Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ 2




 
Απ το μηδέν της νύχτας ξεπετάχτηκες
Να λύσεις το κουβάρι των παθών μου
Μέσα στο σκότος στη φωνή σου ούρλιαζες
Να περισώσεις, ότι ξέμεινε απ το εντός σου.

Σπάνε οι ελπίδες σου και φεύγει το μυαλό σου
Όσο θυμάσαι έναν ψίθυρο στο αφτί
Κι όσο μισείς την μελωδία του φευγιού μου
Ρίχνεις το άκυρο,  μα εκλέγεις πάλι ..την Στιγμή!

Και σε ακούω να λες πως είμαι άνεμος
Δεν έχεις μάθει της αγάπης μου τον δρόμο…
Κρύβομαι μέσα σου, μην κρίνεις,  είσαι άδικος!
Αστείο το μέλλον μας και το παρόν μας άδειο.

Ισορροπώ και ακροβατώ σε μια ταλάντευση
Μια με μπερδεύουν, μια με χάνουν οι αισθήσεις..
Και όσο ψάχνεις για μια εξήγηση και απάντηση
Τόσο αυξάνουν οι ανασφάλειες.. τις τύψεις.

Πίνεις τους φόβους σου μην φύγει η αγάπη
Έγινε πια συνήθεια να ξορκίζεις τον χαμό μου
Αυτή φωτιά σου έκαψε, μιας ερημιάς παλάτι
Και που για, μια… Στιγμή, χάνεις τον εαυτό σου..

Το άδειο κρεβάτι δίπλα σου, σε νεκροκρέβατο αλλάζει
Κι όσο υπάρχω, υπάρχω μέσα απ τα άδεια μάτια σου
Ψάχνεις στο δρόμο να περισώσεις, ότι φωνάζει
Κι όλο μου γράφεις, μήπως μιλήσω στα στερνά μου.

Με αποτυπώνει μια φρικτή, δεινή σου λήθη
Δεν έχει έλεγχο η πένα σου,  που γράφει
Στο αποτύπωμα σου, πέφτω σε μια πλάνη
«Εδώ είμαι!» Που η ζωή, ζωή δεν έχει για να χάσει…

Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2011

ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ 1

 


Έχεις φεγγάρι μες τα μάτια και σκοτώνεις
Σε μια ζωή προσωρινή και καταχρεωμένη
Με δυο προπληρωμένες, σκάρτες αναμνήσεις
Παίρνεις γροθιές απανωτές, απ το στομάχι.

Με ένα φευγιό που απ την ορφάνια δραπετεύει
Σε ένα βουβό κενό που αυξάνει τα ηχηρά σου
Το παιδικό σου όνειρο κι η ανασφάλεια φεύγει
Κι ουρλιάζεις πάλι ένα συγνώμη, απ τη νεκρά σου.

Ξεφτιλισμένη και ήσυχη είν’ η συνείδηση μου
Με έχει στραγγίσει αχόρταγα η νύχτα, αγριεμένη
Ένα καινούργιο ψηφιακό παρανάλωμα σου
Κλότσησε ο ουρανός να μείνει.. μες την λήθη!

Όλα τα λογικά και τα παράλογα μου έφτυσα
Δύο συλλογές απατηλών ερώτων το φευγιό μου
Η μοβ σου πεταλούδα πια σε κάμπια δεν γυρνά
Και όλο να πολεμώ για να κρατήσω το οχυρό μου.

Σαν μια νύχτα που ρουφά αχόρταγα τη μέρα
Τις ξεπλυμένες σκέψεις μου ξανά στεγνώνω
Σε διαδρομή με δυο άσπρα περιστέρια
Ξεπέρασα τον ήχο στον κενό μου κόσμο.

Ήρθα κοντά και σκόνταψα στον  ίσκιο σου
Σε πέντε τοίχους μοναξιάς κρέμασα τα όνειρα μου
Κι όσο νωρίς κι αν είναι εγώ.. πάλι αργώ
Μια  μέρα να σε ζω, την άλλη να σε χάνω…

Ας πραγματώνεται η ψυχή μέσα στον «χώρο»
Δίνω πνοή με ένα φιλί απ τα πικρά μου χείλη
Και να αναμένω ένα μέλλον που το ξέρω!
Σε έναν χορό που τον προσμένω ακόμη…

Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2011

ΑΓΓΕΛΟΜΑΧΗΜΑ

http://www.youtube.com/watch?v=P1ZAO9gG4o0&NR=1


Στις χώρο-χρονικές παρεισφρήσεις
έγινα αντικείμενο εμβολής
σε ένα γαϊτανάκι παράνοιας.
Σκιαμαχούσα με τον χρόνο
στη κοιλάδα της Σκιάς.
Ούρλιαζε σαν Κίρκη μέσα μου
ο βάλτος των φόβων μου....
Χίλιες πέθανα φορές 
και μια μονάχα ζούσα!
Απηύδησα απ' το μηδέν,
στην κοσμογονία του τίποτα!

Μίλα μου απόψε...
μίλα μου...

Γλυστράω από το αγγελομάχημα
του βιαστικού αντίο...
Στροβίλησα την ελπίδα, μα λασπώθηκε.
Βροντοκόπησα τη σιωπή
και ήχησε!
Φορώντας απειλές
ξεχρέωσα τα μαύρα…
Στα χείλη του ελέους
το σ αγαπώ.

Και εγώ τον θάνατο τούτον πάντα θα κανακεύω…

Γιατί σε μίσησα όσο σ αγάπησα!!!

Μίλα μου απόψε...
μίλα μου....

ΑΠΟΛΟΓΟΥΜΑΙ

Απολογούμαι εγώ, η φτηνή, σε ένα μοιρολόι.
Εξόριστη αφήνομαι, σε έναν στεναγμό.
Σέρνω το μνημονεύομαι, σαν να ναι κομπολόι
κι ο ουρανός, ο σκοτεινός, έλεγε.. είμαι εδώ!

Σφίχτηκαν οι αιώνες μου, μες την αιώνια θλίψη,
Βογκωμαχούν γονατιστοί, σε έναν ασπασμό.
Οι θρύλοι μου, μαράθηκαν, λασποκοπούν οι κήποι.
Το στόμα μου ξεράθηκε, απ τον σαθρό λαιμό.

Τέσσερα έτη που έσπασα, να σε παρακαλάω,
τέσσερις ξέστρατοι άνεμοι, μου κοψαν τη λαλιά.
Χαρακωμένη στο Άνδρο μου, σου λέω «ΣΕ ΑΓΑΠΑΩ»,
κι εσύ βουβός, να δίνεσαι, στον χάρο τον ΦΟΝΙΑ!!!
                                                            
Αντίβαρο στο μνήμα μου, ένα απολογούμαι.
Βαρύ είναι το τίμημα, να σέρνω την ματιά.
Κυλάω και γράφω την ψυχή, έτσι παρηγορούμαι,
στο αχχχ.. ετούτης της γραφής, σκίστηκε η καρδιά!


Βασιλιά μου…..Μικρέ μου Βασιλάκη

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2011

ΚΑΛΕΣΜΑ



Άλλο ένα βράδυ ακόμα,
που δεν είσαι εδώ
Κόβετε η ανάσα
και δεν ζω.
Με ξεγέλασε ένας ήχος,
ότι θα σε δω.
Της καρδιάς ο χτύπος,
στο μισό..

Σου φωνάζω, δεν με νοιάζει,
ότι κι αν συμβεί!
Θέλω τη ζωή,
που ακολουθεί!
Έρχεσαι, απλά και φεύγεις
κι έμεινα εκεί…
Χάνεται όταν λείπεις,
«η Στιγμή…».


Καρδιά μου, ότι και να λέω,
Μα.. όπου κι αν βρεθώ,
είσαι πάντα μέσα στο μυαλό.
Σ όποιο βήμα και να κάνω,
νιώθω θα χαθώ
κι όταν είμαι χώρια σου, πονώ.

Καρδιά μου, όλα σου τα λάθη
εγώ, σου τα φιλώ.
Και την λεπτομέρεια σου, αγαπώ!
Μια φωτιά με σιγοκαίει,
νιώθω θα καώ.
Ας με σβήνει η ανάσα σου,
όσο ζω..!


Άλλο ένα βράδυ ακόμα,
θέλω να σε δω.
Λέω πως σε λίγο,
θα σαι εδώ.
Να κλειστώ, στην αγκαλιά σου,
μέσα στην ψυχή.
Όλη η ζωή μου,
είσαι .. εσύ.

ΘΑ ΓΙΝΩ..

Θα γίνω νότα
Όταν έχεις κέφι να με τραγουδάς
Θα γίνω λέξη
Να με σιγοψιθυρίζεις όταν σκορπάς
Θα γίνω κήπος
Να σου ευωδιάζω την ψυχή όταν πονάς
Θα γίνω ήλιος
Όταν σε λούζω με τις ακτίνες να γελάς
Θα γίνω αστέρι
Τις προσμονές να σου φωτίζω της μοναξιάς

Θα γίνω ουρανός
Τα μάτια όταν χαϊδεύω να γαληνεύεις
Θα γίνω αμπέλι
Με της καρδιάς τον οίνο ν αγναντεύεις
Θα γίνω κρίνο
Να σου ασπρίζω την ζωή σαν αγριεύεις
Θα γίνω θάλασσα
Απ τα φιλιά να σε δονώ και να μαγεύεις
Θα γίνω στάχυ
Όταν θερίζει η καρδιά σου να μ αντέχεις

Θα γίνω ανάσα
Μ όση πνοή απόμεινε... στα σπλάχνα, στην φυσώ να σ  αναστήσω …

Επαναληπτική



Κάποια στιγμή ανύποπτα σε κάλεσα κοντά μου
Να δω τι έχει ο λογισμός που έπιασε φωτιά
Και όταν πια σταμάτησα και ήρθα αντικριστά σου
Σε μια ανάμνηση και οι δυο σταθήκαμε ξανά

Πρώτη φορά που οι λέξεις μας τρέμουν μην τις πιστέψεις
Πρώτη φορά που ο κόμπος σου, μου έδεσε τον λαιμό
Μα είναι η δεύτερη φορά που αφέθηκαν oi σκέψεις
Δάκρυα απ τα μάτια κύλησαν και έτρεξαν στο λαιμό.

Ήταν ο τόπος που έσταζε μια στάλα από ανάγκη
Ήταν ο χώρος που έμοιαζες σαν όνειρο που ζεις
Δώσαμε μάχη άμα βαστά η αγωνία, τις λέξεις
Πέσαν τα θέλω σε βροχή, φοβήθηκε η σιωπή

Κοιτούσες λες και ήμουνα μαρμαρωμένος φταίχτης
Σου έδειξα πως σαν γραφτεί ο στίχος θα κοπεί
Γράψαμε από μια στροφή και έσπασαν χίλιες λέξεις
Μελάνιασαν τα χέρια μας,  λερώθηκε η φωνή.

Τα μάτια πια ορθάνοιχτα ρουφούσαν τα γραπτά σου
Δεν είναι η πρώτη μας φορά που είμαστε αντικριστά
Μείναν τα λόγια ορφανά, πάγωσαν την ματιά μου
Πρώτη φορά που ράγισε ο στίχος.. τα φιλιά.

ΑΝΑΜΟΧΛΕΥΩ


Έφτασα πάλι στα ανοιχτά, με κουρασμένο βήμα
Αγνάντεψα της μοναξιάς τον ίσκιο μες το κύμα

Περαστικοί που όλο κοιτούσαν μονολογούσανε με στόμφο
Βλάσφημα λόγια και με λέξεις που όλο τις σπρώχνανε με κόπο

Αργά το χέρι μου ακούμπησα το γαλανό να πιάσω
Έτριξε η θάλασσα και έσκασε στης αμμουδιάς το πιάτο

Ξεκούρδισα τις νότες της στιγμής μου, με αγωνία
Ξεφλούδισα της μοναξιάς τα πέπλα με μανία

Τώρα κανείς δεν θα μου πει μείνε κοντά να μην σε χάσω
Τυλίχτηκα σε πέπλο γαλανό μες τον βυθό, τελεία βάζω.

ΜΙΣΗ ΖΩΗ


Μισή καρδία τον εαυτό μου ακολουθεί
Όπου κι αν πάω είναι πάντα εκεί, πιστή
Όλα μισά τα έχω μέσα την ζωή
Τα άλλα μισά έχουν χαθεί σε μια στιγμή.

Μισό περπάτημα με σέρνει σαν σακί
Μου αντιστέκεται και πάλι απ την αρχή
Το άλλο μισό έχει πάει ταξίδι αλαργινό
Δεν θα γυρίσει πίσω στο άλλο της  μισό…

Μισό το όνειρο που φέγγει το πρωί
Το άλλο μισό είναι που έχει πια χαθεί
Όταν κοιμάμαι πάντα ξυπνάω στα μισά
Την άλλη νύχτα την περνάω σαν σκιά.

Μισή αγάπη που έχω μέσα  στην ψυχή
Με ακολουθεί σαν να ναι ένα και όπου βγει
Και όταν του λέω να σταθεί, θα κουραστεί
«Εδώ είμαι εγώ» μου ψιθυρίζει πριν χαθεί…

ΑΡΚΩ!

Βυθισμένη στην φύση των πράξεων
τράβαγα τα σεντόνια φοβισμένη…
Σήμερα δεν ακούστηκαν
πνιχτές φωνές σ αλατισμένο μαξιλάρι
Το δέρμα πόνεσε…

Ασυμβίβαστη
Δίχως ώρες με πολέμαγα..
Χαμογέλασα!

Στη στιγμή...
στον βουβό κόσμο της
στο μοβ τις πασχαλιάς.
Γίνομαι ένα σφιχτό σχοινί
Γίνομαι βρόγχος …

Κάνω θόρυβο με το μολύβι
Η στιγμή μου το κλέβει...
Με ντύνει στα άσπρα
κόκκινο στα χείλη!
Με σπρώχνει βιαστικά…
νιώθω να προχωράω
μπροστά…

Μα πάλι φτάνω πίσω- πίσω ..

Αν

Αν σε ρωτήσουνε για εμένα
Πότε Βοριάς, πότε Νοτιάς
Να πεις πως είμαι ένα
Είμαι κανένας

Αν σε ρωτήσουνε για εμένα
Πότε η νύχτα πότε η μέρα
Να πεις πως είμαι αιθέρας
Είμαι αέρας

Αν σε ρωτήσουνε για εμένα
Μην πεις πως έφυγα στα ξένα
Μην μαρτυρήσεις πως ανάσα
Ξέχασα μέσα στο άδειο εμένα
Αν σε ρωτήσουνε για εμένα
Μην πεις την μοίρας τα γραμμένα
Μην μαρτυρήσεις πως σκορπίζω
Στο άγριο βλέμμα που ανεμίζω
Γιατί ελπίζω..

Αν σε ρωτήσουν για εμένα
Το ρόδο αν είμαι ή το αγκάθι
Να πεις πως είμαι σαν εμένα
Είμαι το κάτι

Αν σε ρωτήσουν για εμένα
Ο πόνος αν είμαι η το χάδι
Να πεις πως είμαι στα χαμένα
Είμαι η αγάπη

ΝΑ ΓΕΙΡΩ


Άσε με λίγο να γείρω σε μια ολόχρυση ακρογιαλιά
Στην μέση της που κρύβει πορφυρή φωτιά
Με σκόρπιους χτύπους και ανάσες από πάθη
Που θα μου καίει τα σωθικά από αγάπη
Άσε με λίγο
Να γείρω
Άσε!

Άσε με λίγο, να γείρω στης παλίρροια την καρδιάς
Να ταξιδεύουμε μαζί σε άλλους κόσμους  μακριά
Να τυλιχτώ μέσα στα βάθη σε μια αρμύρα γαλανή
Σε ένα βυθό να σου χαρίζω ένα κορμί χωρίς σιωπή
Άσε με λίγο
Να γείρω
Άσε!

Άσε με λίγο, να γείρω πάνω στο αστέρι
Να γίνω το πυροκόκκινο στο χέρι
Άσε να είμαι το κρυμμένο μονοπάτι
Με μαργαρίτες και χρυσάνθεμα από αγάπη
Άσε με λίγο
Να γείρω
Άσε!

Άσε με λίγο, να γείρω στα όνειρα σου
Να σιγονανουρίζω την ομορφιά σου
Άσε να είμαι μια μικρή διάφανη αχτίδα
Με δρόμους έρωτα που έχουνε πάντα ελπίδα
Άσε με λίγο
Να γείρω
Άσε!

Επενδύω


Επενδύω σε στίχους
Σε ακριβές αποδράσεις
Με αγοραίους χτύπους
Και ληγμένες επάλξεις

Επενδύω στον ήχο
Απ της κόχης την άκρη
Σε ξυπνάω απ τον μύθο
Στου ουρανού το παλάτι

Επενδύω στο αντίο
Στο γυμνό το κρεβάτι
Στη στιγμή επενδύω
Της ψυχής μου το κάτι

Επενδύω στην ομίχλη
Του τσιγάρου που ανάβω
Στου απείρου το δίχτυ
Και στης τρέλας τον φάρο

Επενδύω στο δάκρυ
Στης αβύσσου βλέμμα
Μια γλυκόπικρη στάση
Μες το απύθμενο ένα

Επενδύω στο πάθος
Στων φιλών το αγκάθι
Με την γεύση του ίσως
Και του πόθου το άχτι

 

Άπατα νερά


Την άκρη των βράχων σου, απαλά κρατάω
προσεκτικά, να μην μου κόψεις την καρδιά,
γέρνω το χέρι μου, στην θάλασσα το πάω,
να δροσιστεί η ψυχή μου απ τα νερά.

Βρήκα την θλίψη τώρα, να ακουμπήσω
και χάνομαι, αιωρούμαι στα ανοιχτά.
Θα πλημμυρίσω αρμύρα, θα αναστήσω,
κάθε ανάσα μου, που καίει στη στεριά.

Ξάφνου, η θάλασσα βρυχάται με μανία,
λυσσομανάει το κύμα και σκορπά,
σκίζει την θάλασσα στα δυο, με αγωνία
και μουδιασμένη έχει μείνει η ματιά.

Βγαίνει μορφή γοργόνας απ τα βάθη,
χρυσομαλλούσα, με μια γαλανή ουρά,
φοράει στέμμα, τραγουδάει στην πλάση,
με ακουμπάει κι ύστερα κλαίει σιωπηλά.

Παρακαλάει σ άλλους κόσμους, να πάω μαζί της
Να μη με νοιάζει πια, του κόσμου η απονιά.
Το χέρι απλώνω κι ακουμπάω το δικό της,
βουτάω βαθιά στα γαλανά, χάνομαι πια!