Κυριακή, 22 Μαΐου 2011

Ανάποδο βέλος

 Σοκάκι η καρδιά σου
Σε έρημο δρόμο
Φυλάω την ματιά σου
Λυγίζω στον φόβο

Καράβι το δάκρυ
Σε μια τρικυμία
Μου σπάει το δοκάρι
Παλεύω με βία

Με φόνευσε ο τρόμος
Παλιάς αδικίας
Με βίασε ο κόμπος
Βαριάς αμαρτίας

Στιγμές αγωνίας
Να βρω την καρδιά σου
Φρικτής απορίας
Φυγής της φωτιάς σου

Σε ψάχνω ζωή μου
Στην φύση σου μπαίνω
Ακούω τη στιγμή σου
Στον βρόγχο σου μένω

Στο τέλος πηγαίνω
Αρχίζω απ το τέρμα
Στο άπιαστο μπαίνω
Να έρθω σε εσένα

Κρατήσου αγκαλιά μου
Το γκάζι πατάω
Αγάπη η καρδιά μου
Στα άκρα μας πάω

Σαν άνεμος τρέχω
Και πάω στα χαμένα
Στις φλέβες σου μένω
Κυλάω σε εσένα

Στιγμή στη στιγμή μου
Εσένα ανασαίνω
Το τέλος η αρχή μου
Ανάποδο βέλος

Δ Ι Α Δ Ρ Ο Μ Ε Σ 4

Με ένα κλεμμένο λάβαρο που πήρες στη στιγμή
Γυρνάς ανάποδα, ότι απέμεινε απ τη νύχτα μας
Να ταλαντεύομαι που ακολουθείς δικά μου ίχνη
Μες το φανταστικό της ομοιόστασης μας.

Κι αναμοχλεύεις όλο το είναι της εικόνας μου
Ο εγωισμός σου ισοπεδώθηκε απ την ανάγκη σου
Μια επιβάλεις, μια καταστέλλεις τα ένστικτά σου
Μέσα στο νου σου, καταστρέφεις την αγάπη μου!

Κόκκινο μήλο κάθε πόθος μες το αίμα σου
Κόκκινο και το δάκρυ που στάζει η ματιά σου
Κόκκινο σαν και το αίμα μες τις φλέβες σου
Σε άγριο πόλεμο ξεσπούν τα σωθικά σου…

Την στράτα παίρνω για να σβήσω τα αδιέξοδα
Μα με κρατάς καλά, μην σβήσει η ώρα εκείνη
Σε λεκτική μετάλλαξη μπερδεύεις τα αφανέρωτα
Κρύβομαι μέσα στης μοναξιάς μου την ομίχλη!

Αλγόριθμο με όρισες.. μετρώντας τα όρια σου
Μπερδεύεις και οξειδώνεται η δόλια μου ψυχή
Σ αγριεμένες αυταπάτες μ έκλεισες στα όνειρα σου
Κι όσο αγαπάς.. τόσο μισείς, που σ άφησα εκεί.

Ξεστράτισαν τα λόγια σου, μες τον ορίζοντα μου
Και υποτάσσεσαι με μιας, στις σαρκικές σου εξάρσεις
Κλονίζονται οι αισθήσεις μου από την προσμονή σου
Με μια ευλάβεια περισσή τάζεις τα.. όσα δε φτάνεις.

Υπόσταση φθαρτή και ξέστρατη αγάπη μου
Δικάστηκα ερήμην μου να ζω έναν χαμό
Δε σε ακούω, μα, ο ήχος σου δονεί το εντός μου!
Μέχρι να ξεχρεώσω την ζωή, ζωή που πια δεν ζω…


Δ Ι Α Δ Ρ Ο Μ Ε Σ 3

Τις στολισμένες αναμνήσεις σου, σε τοίχους άπλωσες
Και όλο κρατιέσαι μάτια μου που δε μπορείς να στάξεις
Οι βολεμένες μου ανάγκες, τα θέλω τα δικά σου
Στις φειδωλές και σαρκικές σου απολαύσεις.

Σαν προγραμματισμένα με ακρίβεια λόγια της στιγμής
Ξορκίζεις απορίες που τρομάζουν τα όνειρα σου
Δεν το αντέχεις το σκοτάδι και το σπρώχνεις στην αυγή
Διάλεξες τα θνητά, να τιμωρήσεις τα ιερά σου!

Ανάσες παίρνεις φυλλομετρώντας την προσμονή σου
Την ειμαρμένη σου ψυχή, χειροκροτείς και αγριεύεις
Σε στενεμένο όραμα πλατειάζεις την ζωή σου
Θεοί και δαίμονες σε καταδίκασαν, την σάρκα να παιδεύεις.

Αυτή η σκέψη σύνορο έχει την.. Στιγμή!
Τα λόγια σου χαμένα στα δικά μου..
Θες να την ζήσεις ζωντανή, όχι νεκρή
Τα γυροφέρνεις, μήπως σωθεί ο εγωισμός σου.

Μέσα στις ίνες του μυαλού σου, μια αποθήκη
Που κάθε μέρα εκεί.. συλλέγεις τα όνειρο σου
Σε μια αλήθεια τριγυρνάς, που όλο τελειώνει
Και οξειδώνουν τα σταγονίδια των σιωπών μου.

Ένας κύκλος, με ίδιο δρόμο με αμαυρώνουν
Οι αναμνήσεις απ το ατέρμονο μου χάος
Κάθε αυγή οι αποχρώσεις μου, σε λιώνουν
Μένω στην άκρη.. μαζεμένη ως το τέλος!

Κι προσπαθώ αυτά που μείναν να ημερέψω
Χωρίς ελπίδα, η καρδιά με συρρικνώνει
Και προσπαθώ τις εμμονές μου να μπερδέψω
Μα όλο μπερδεύομαι στο ίδιο μου.. παιχνίδι.

Την νοσταλγία θες να διώξεις και τεντώνεις
Μες την σιωπή μου, όλο γιατί να με ρωτάς
Μα όσο φεύγεις όλο στο πίσω μου.. διπλώνεις
Έκτακτη ανάγκη έγινε η αγάπη και φονιάς!

Σαν δω τα σοβαρά μου αυτοσαρκάζομαι
Καταδικάζω σε όλα τα επίπεδα τα αισχρά μου
Ζωή ή θάνατος στους πέντε ανέμους και σκορπίζομαι
Σα σφάγιο ιδανικό και μύστης στο βωμό μου.

Κι όσο ανεβαίνω απ τα μάτια στην οντότητα σου
Απεγνωσμένα ψάχνεις.. τα σοβαρά λυτρωτικά μου
Πολεμιστής φθαρτός, που σφάζει τον χαμό μου
Ακροβατώ νεκρή κι εσύ γαμπρός στον εαυτό σου.

Με καταδίκασε μια αλύτρωτη κατάλευκη κατάρα
Να κουβαλάω στις πλάτες μου, τις μνήμες των αιώνων
Άλμα στην προσμονή, της μιας στιγμής, τα χρώματα
Σε μια αυταπάτη τραγουδιού, φάλτσων τενόρων…


4 Χρόνια μετά

Εννιά οι μήνες που μετρούσα
για να σ έχω…
Έξι θυμάμαι να σε θηλάζω
«Βασιλιά μου»…
Στάθηκε ο χρόνος όταν σου είπα
«σ αγαπάω!»
Δέκα χρονιές σε κανακεύω
στην αγκαλιά μου.

Με μια αγωνία να σε βλέπω
να μεγαλώνεις …
Κι όταν σ αντάμωνα κρυφά
μες τα σκοτάδια …
Ράγισε η πλάση για να βρω
κάτι να ενώνει …
Που κλαίνε μ αναφιλητά
όλα τα χάδια …

Από την μάτια σου μια ευχή
να ξεπροβάλει!
Μες την ψυχή μου εκεί, να γέρνει
και να απλώνει!
Αχ «Γιε μου», και στερνή πνοή
ποιος να προλάβει;
Ζωή στο Θάνατο ποιος φέρνει;
Ποιος να δίνει;
Αχχχχ……….. Ποιος να δίνει;


Πήγα στα πέρατα της γης
τάμα να κάνω.
Κοντά να έρθεις στην καρδιά μου
και εκεί να μείνεις.-
Σκόρπισα κι έπεσα ευθύς
και αργοσβήνω…
Όταν σε έβλεπα παιδί μου
να πεθαίνεις!
Αααααααααααααααααα…………..

Έχει στραγγίσει ο λαιμός
να σε φωνάζω.
Μου έχει παγώσει η λαλιά
κι αν θέλεις μέτρα…
Όταν η ανάγκη γέρνει εμπρός
την αγκαλιάζω.
Και την απλώνω στην καρδιά
να βγει η πέτρα!

Ράβω - ξηλώνω την ψυχή
και σιγοκλαίω.
Παρηγοριέμαι όπως το θες
κι ας ξεψυχάω.
Η ελπίδα χάνει την αφή
κι όλο να λέω…
Ότι παλεύω σαν εχθές
και προχωράω!

Ποια πλάση και ποιο μυστικό
σ έχουν κρύψει;
Με μια αγωνία κι ένα γιατί
να σε ρωτάω.
Σε ποια πλευρά στον ουρανό
να έχεις γείρει;
Τέσσερα χρόνια σαν την τυφλή
σε αναζητάω…


Στη μνήμη του μικρού μου Βασιλάκη 


Αφή στην Αφή

Στου ονείρου την μέθη
Σε λόγια αφημένα
Γυρίζουν και πάλι
Οι σκέψεις σε εσένα

Στο άσπρο οι ελπίδες
Φεγγίζει το βλέμμα
Στο βάθος πυξίδες
Του νου τα κρυμμένα

Αδέσποτη η ώρα
Περνάει και σωπαίνει
Σαν να μια αιώρα
Στις άκρες δεμένη

Χωρίς να σ αγγίζω
Στενεύει η καρδιά μου
Που πάω δεν ορίζω
Κενή η ματιά μου

Ψυχή και στιγμή μου
Χαράζεις και ελπίζεις
Αφή στην αφή μου
Φωτίζεις και σβήνεις

Περνάω και πάλι
Στου νου τα σοκάκια
Σε νιώθω σα ζάλη
Στου πόθου τα χάδια

Ουράνια φωνή μου
Στις νότες σου μπαίνω
Σαν να μαι μορφή σου
Το σχήμα σου παίρνω

Σαν μωβ πεταλούδα
Πετάω και ανασαίνω
Σε κλέβω τη νύχτα
Μια ζω, μια πεθαίνω

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ 2




 
Απ το μηδέν της νύχτας ξεπετάχτηκες
Να λύσεις το κουβάρι των παθών μου
Μέσα στο σκότος στη φωνή σου ούρλιαζες
Να περισώσεις, ότι ξέμεινε απ το εντός σου.

Σπάνε οι ελπίδες σου και φεύγει το μυαλό σου
Όσο θυμάσαι έναν ψίθυρο στο αφτί
Κι όσο μισείς την μελωδία του φευγιού μου
Ρίχνεις το άκυρο,  μα εκλέγεις πάλι ..την Στιγμή!

Και σε ακούω να λες πως είμαι άνεμος
Δεν έχεις μάθει της αγάπης μου τον δρόμο…
Κρύβομαι μέσα σου, μην κρίνεις,  είσαι άδικος!
Αστείο το μέλλον μας και το παρόν μας άδειο.

Ισορροπώ και ακροβατώ σε μια ταλάντευση
Μια με μπερδεύουν, μια με χάνουν οι αισθήσεις..
Και όσο ψάχνεις για μια εξήγηση και απάντηση
Τόσο αυξάνουν οι ανασφάλειες.. τις τύψεις.

Πίνεις τους φόβους σου μην φύγει η αγάπη
Έγινε πια συνήθεια να ξορκίζεις τον χαμό μου
Αυτή φωτιά σου έκαψε, μιας ερημιάς παλάτι
Και που για, μια… Στιγμή, χάνεις τον εαυτό σου..

Το άδειο κρεβάτι δίπλα σου, σε νεκροκρέβατο αλλάζει
Κι όσο υπάρχω, υπάρχω μέσα απ τα άδεια μάτια σου
Ψάχνεις στο δρόμο να περισώσεις, ότι φωνάζει
Κι όλο μου γράφεις, μήπως μιλήσω στα στερνά μου.

Με αποτυπώνει μια φρικτή, δεινή σου λήθη
Δεν έχει έλεγχο η πένα σου,  που γράφει
Στο αποτύπωμα σου, πέφτω σε μια πλάνη
«Εδώ είμαι!» Που η ζωή, ζωή δεν έχει για να χάσει…

Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2011

ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ 1

 


Έχεις φεγγάρι μες τα μάτια και σκοτώνεις
Σε μια ζωή προσωρινή και καταχρεωμένη
Με δυο προπληρωμένες, σκάρτες αναμνήσεις
Παίρνεις γροθιές απανωτές, απ το στομάχι.

Με ένα φευγιό που απ την ορφάνια δραπετεύει
Σε ένα βουβό κενό που αυξάνει τα ηχηρά σου
Το παιδικό σου όνειρο κι η ανασφάλεια φεύγει
Κι ουρλιάζεις πάλι ένα συγνώμη, απ τη νεκρά σου.

Ξεφτιλισμένη και ήσυχη είν’ η συνείδηση μου
Με έχει στραγγίσει αχόρταγα η νύχτα, αγριεμένη
Ένα καινούργιο ψηφιακό παρανάλωμα σου
Κλότσησε ο ουρανός να μείνει.. μες την λήθη!

Όλα τα λογικά και τα παράλογα μου έφτυσα
Δύο συλλογές απατηλών ερώτων το φευγιό μου
Η μοβ σου πεταλούδα πια σε κάμπια δεν γυρνά
Και όλο να πολεμώ για να κρατήσω το οχυρό μου.

Σαν μια νύχτα που ρουφά αχόρταγα τη μέρα
Τις ξεπλυμένες σκέψεις μου ξανά στεγνώνω
Σε διαδρομή με δυο άσπρα περιστέρια
Ξεπέρασα τον ήχο στον κενό μου κόσμο.

Ήρθα κοντά και σκόνταψα στον  ίσκιο σου
Σε πέντε τοίχους μοναξιάς κρέμασα τα όνειρα μου
Κι όσο νωρίς κι αν είναι εγώ.. πάλι αργώ
Μια  μέρα να σε ζω, την άλλη να σε χάνω…

Ας πραγματώνεται η ψυχή μέσα στον «χώρο»
Δίνω πνοή με ένα φιλί απ τα πικρά μου χείλη
Και να αναμένω ένα μέλλον που το ξέρω!
Σε έναν χορό που τον προσμένω ακόμη…

Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2011

ΑΓΓΕΛΟΜΑΧΗΜΑ

http://www.youtube.com/watch?v=P1ZAO9gG4o0&NR=1


Στις χώρο-χρονικές παρεισφρήσεις
έγινα αντικείμενο εμβολής
σε ένα γαϊτανάκι παράνοιας.
Σκιαμαχούσα με τον χρόνο
στη κοιλάδα της Σκιάς.
Ούρλιαζε σαν Κίρκη μέσα μου
ο βάλτος των φόβων μου....
Χίλιες πέθανα φορές 
και μια μονάχα ζούσα!
Απηύδησα απ' το μηδέν,
στην κοσμογονία του τίποτα!

Μίλα μου απόψε...
μίλα μου...

Γλυστράω από το αγγελομάχημα
του βιαστικού αντίο...
Στροβίλησα την ελπίδα, μα λασπώθηκε.
Βροντοκόπησα τη σιωπή
και ήχησε!
Φορώντας απειλές
ξεχρέωσα τα μαύρα…
Στα χείλη του ελέους
το σ αγαπώ.

Και εγώ τον θάνατο τούτον πάντα θα κανακεύω…

Γιατί σε μίσησα όσο σ αγάπησα!!!

Μίλα μου απόψε...
μίλα μου....

ΑΠΟΛΟΓΟΥΜΑΙ

Απολογούμαι εγώ, η φτηνή, σε ένα μοιρολόι.
Εξόριστη αφήνομαι, σε έναν στεναγμό.
Σέρνω το μνημονεύομαι, σαν να ναι κομπολόι
κι ο ουρανός, ο σκοτεινός, έλεγε.. είμαι εδώ!

Σφίχτηκαν οι αιώνες μου, μες την αιώνια θλίψη,
Βογκωμαχούν γονατιστοί, σε έναν ασπασμό.
Οι θρύλοι μου, μαράθηκαν, λασποκοπούν οι κήποι.
Το στόμα μου ξεράθηκε, απ τον σαθρό λαιμό.

Τέσσερα έτη που έσπασα, να σε παρακαλάω,
τέσσερις ξέστρατοι άνεμοι, μου κοψαν τη λαλιά.
Χαρακωμένη στο Άνδρο μου, σου λέω «ΣΕ ΑΓΑΠΑΩ»,
κι εσύ βουβός, να δίνεσαι, στον χάρο τον ΦΟΝΙΑ!!!
                                                            
Αντίβαρο στο μνήμα μου, ένα απολογούμαι.
Βαρύ είναι το τίμημα, να σέρνω την ματιά.
Κυλάω και γράφω την ψυχή, έτσι παρηγορούμαι,
στο αχχχ.. ετούτης της γραφής, σκίστηκε η καρδιά!


Βασιλιά μου…..Μικρέ μου Βασιλάκη

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2011

ΚΑΛΕΣΜΑ



Άλλο ένα βράδυ ακόμα,
που δεν είσαι εδώ
Κόβετε η ανάσα
και δεν ζω.
Με ξεγέλασε ένας ήχος,
ότι θα σε δω.
Της καρδιάς ο χτύπος,
στο μισό..

Σου φωνάζω, δεν με νοιάζει,
ότι κι αν συμβεί!
Θέλω τη ζωή,
που ακολουθεί!
Έρχεσαι, απλά και φεύγεις
κι έμεινα εκεί…
Χάνεται όταν λείπεις,
«η Στιγμή…».


Καρδιά μου, ότι και να λέω,
Μα.. όπου κι αν βρεθώ,
είσαι πάντα μέσα στο μυαλό.
Σ όποιο βήμα και να κάνω,
νιώθω θα χαθώ
κι όταν είμαι χώρια σου, πονώ.

Καρδιά μου, όλα σου τα λάθη
εγώ, σου τα φιλώ.
Και την λεπτομέρεια σου, αγαπώ!
Μια φωτιά με σιγοκαίει,
νιώθω θα καώ.
Ας με σβήνει η ανάσα σου,
όσο ζω..!


Άλλο ένα βράδυ ακόμα,
θέλω να σε δω.
Λέω πως σε λίγο,
θα σαι εδώ.
Να κλειστώ, στην αγκαλιά σου,
μέσα στην ψυχή.
Όλη η ζωή μου,
είσαι .. εσύ.

ΘΑ ΓΙΝΩ..

Θα γίνω νότα
Όταν έχεις κέφι να με τραγουδάς
Θα γίνω λέξη
Να με σιγοψιθυρίζεις όταν σκορπάς
Θα γίνω κήπος
Να σου ευωδιάζω την ψυχή όταν πονάς
Θα γίνω ήλιος
Όταν σε λούζω με τις ακτίνες να γελάς
Θα γίνω αστέρι
Τις προσμονές να σου φωτίζω της μοναξιάς

Θα γίνω ουρανός
Τα μάτια όταν χαϊδεύω να γαληνεύεις
Θα γίνω αμπέλι
Με της καρδιάς τον οίνο ν αγναντεύεις
Θα γίνω κρίνο
Να σου ασπρίζω την ζωή σαν αγριεύεις
Θα γίνω θάλασσα
Απ τα φιλιά να σε δονώ και να μαγεύεις
Θα γίνω στάχυ
Όταν θερίζει η καρδιά σου να μ αντέχεις

Θα γίνω ανάσα
Μ όση πνοή απόμεινε... στα σπλάχνα, στην φυσώ να σ  αναστήσω …

Επαναληπτική



Κάποια στιγμή ανύποπτα σε κάλεσα κοντά μου
Να δω τι έχει ο λογισμός που έπιασε φωτιά
Και όταν πια σταμάτησα και ήρθα αντικριστά σου
Σε μια ανάμνηση και οι δυο σταθήκαμε ξανά

Πρώτη φορά που οι λέξεις μας τρέμουν μην τις πιστέψεις
Πρώτη φορά που ο κόμπος σου, μου έδεσε τον λαιμό
Μα είναι η δεύτερη φορά που αφέθηκαν oi σκέψεις
Δάκρυα απ τα μάτια κύλησαν και έτρεξαν στο λαιμό.

Ήταν ο τόπος που έσταζε μια στάλα από ανάγκη
Ήταν ο χώρος που έμοιαζες σαν όνειρο που ζεις
Δώσαμε μάχη άμα βαστά η αγωνία, τις λέξεις
Πέσαν τα θέλω σε βροχή, φοβήθηκε η σιωπή

Κοιτούσες λες και ήμουνα μαρμαρωμένος φταίχτης
Σου έδειξα πως σαν γραφτεί ο στίχος θα κοπεί
Γράψαμε από μια στροφή και έσπασαν χίλιες λέξεις
Μελάνιασαν τα χέρια μας,  λερώθηκε η φωνή.

Τα μάτια πια ορθάνοιχτα ρουφούσαν τα γραπτά σου
Δεν είναι η πρώτη μας φορά που είμαστε αντικριστά
Μείναν τα λόγια ορφανά, πάγωσαν την ματιά μου
Πρώτη φορά που ράγισε ο στίχος.. τα φιλιά.

ΑΝΑΜΟΧΛΕΥΩ


Έφτασα πάλι στα ανοιχτά, με κουρασμένο βήμα
Αγνάντεψα της μοναξιάς τον ίσκιο μες το κύμα

Περαστικοί που όλο κοιτούσαν μονολογούσανε με στόμφο
Βλάσφημα λόγια και με λέξεις που όλο τις σπρώχνανε με κόπο

Αργά το χέρι μου ακούμπησα το γαλανό να πιάσω
Έτριξε η θάλασσα και έσκασε στης αμμουδιάς το πιάτο

Ξεκούρδισα τις νότες της στιγμής μου, με αγωνία
Ξεφλούδισα της μοναξιάς τα πέπλα με μανία

Τώρα κανείς δεν θα μου πει μείνε κοντά να μην σε χάσω
Τυλίχτηκα σε πέπλο γαλανό μες τον βυθό, τελεία βάζω.

ΜΙΣΗ ΖΩΗ


Μισή καρδία τον εαυτό μου ακολουθεί
Όπου κι αν πάω είναι πάντα εκεί, πιστή
Όλα μισά τα έχω μέσα την ζωή
Τα άλλα μισά έχουν χαθεί σε μια στιγμή.

Μισό περπάτημα με σέρνει σαν σακί
Μου αντιστέκεται και πάλι απ την αρχή
Το άλλο μισό έχει πάει ταξίδι αλαργινό
Δεν θα γυρίσει πίσω στο άλλο της  μισό…

Μισό το όνειρο που φέγγει το πρωί
Το άλλο μισό είναι που έχει πια χαθεί
Όταν κοιμάμαι πάντα ξυπνάω στα μισά
Την άλλη νύχτα την περνάω σαν σκιά.

Μισή αγάπη που έχω μέσα  στην ψυχή
Με ακολουθεί σαν να ναι ένα και όπου βγει
Και όταν του λέω να σταθεί, θα κουραστεί
«Εδώ είμαι εγώ» μου ψιθυρίζει πριν χαθεί…

ΑΡΚΩ!

Βυθισμένη στην φύση των πράξεων
τράβαγα τα σεντόνια φοβισμένη…
Σήμερα δεν ακούστηκαν
πνιχτές φωνές σ αλατισμένο μαξιλάρι
Το δέρμα πόνεσε…

Ασυμβίβαστη
Δίχως ώρες με πολέμαγα..
Χαμογέλασα!

Στη στιγμή...
στον βουβό κόσμο της
στο μοβ τις πασχαλιάς.
Γίνομαι ένα σφιχτό σχοινί
Γίνομαι βρόγχος …

Κάνω θόρυβο με το μολύβι
Η στιγμή μου το κλέβει...
Με ντύνει στα άσπρα
κόκκινο στα χείλη!
Με σπρώχνει βιαστικά…
νιώθω να προχωράω
μπροστά…

Μα πάλι φτάνω πίσω- πίσω ..

Αν

Αν σε ρωτήσουνε για εμένα
Πότε Βοριάς, πότε Νοτιάς
Να πεις πως είμαι ένα
Είμαι κανένας

Αν σε ρωτήσουνε για εμένα
Πότε η νύχτα πότε η μέρα
Να πεις πως είμαι αιθέρας
Είμαι αέρας

Αν σε ρωτήσουνε για εμένα
Μην πεις πως έφυγα στα ξένα
Μην μαρτυρήσεις πως ανάσα
Ξέχασα μέσα στο άδειο εμένα
Αν σε ρωτήσουνε για εμένα
Μην πεις την μοίρας τα γραμμένα
Μην μαρτυρήσεις πως σκορπίζω
Στο άγριο βλέμμα που ανεμίζω
Γιατί ελπίζω..

Αν σε ρωτήσουν για εμένα
Το ρόδο αν είμαι ή το αγκάθι
Να πεις πως είμαι σαν εμένα
Είμαι το κάτι

Αν σε ρωτήσουν για εμένα
Ο πόνος αν είμαι η το χάδι
Να πεις πως είμαι στα χαμένα
Είμαι η αγάπη

ΝΑ ΓΕΙΡΩ


Άσε με λίγο να γείρω σε μια ολόχρυση ακρογιαλιά
Στην μέση της που κρύβει πορφυρή φωτιά
Με σκόρπιους χτύπους και ανάσες από πάθη
Που θα μου καίει τα σωθικά από αγάπη
Άσε με λίγο
Να γείρω
Άσε!

Άσε με λίγο, να γείρω στης παλίρροια την καρδιάς
Να ταξιδεύουμε μαζί σε άλλους κόσμους  μακριά
Να τυλιχτώ μέσα στα βάθη σε μια αρμύρα γαλανή
Σε ένα βυθό να σου χαρίζω ένα κορμί χωρίς σιωπή
Άσε με λίγο
Να γείρω
Άσε!

Άσε με λίγο, να γείρω πάνω στο αστέρι
Να γίνω το πυροκόκκινο στο χέρι
Άσε να είμαι το κρυμμένο μονοπάτι
Με μαργαρίτες και χρυσάνθεμα από αγάπη
Άσε με λίγο
Να γείρω
Άσε!

Άσε με λίγο, να γείρω στα όνειρα σου
Να σιγονανουρίζω την ομορφιά σου
Άσε να είμαι μια μικρή διάφανη αχτίδα
Με δρόμους έρωτα που έχουνε πάντα ελπίδα
Άσε με λίγο
Να γείρω
Άσε!

Επενδύω


Επενδύω σε στίχους
Σε ακριβές αποδράσεις
Με αγοραίους χτύπους
Και ληγμένες επάλξεις

Επενδύω στον ήχο
Απ της κόχης την άκρη
Σε ξυπνάω απ τον μύθο
Στου ουρανού το παλάτι

Επενδύω στο αντίο
Στο γυμνό το κρεβάτι
Στη στιγμή επενδύω
Της ψυχής μου το κάτι

Επενδύω στην ομίχλη
Του τσιγάρου που ανάβω
Στου απείρου το δίχτυ
Και στης τρέλας τον φάρο

Επενδύω στο δάκρυ
Στης αβύσσου βλέμμα
Μια γλυκόπικρη στάση
Μες το απύθμενο ένα

Επενδύω στο πάθος
Στων φιλών το αγκάθι
Με την γεύση του ίσως
Και του πόθου το άχτι

 

Άπατα νερά


Την άκρη των βράχων σου, απαλά κρατάω
προσεκτικά, να μην μου κόψεις την καρδιά,
γέρνω το χέρι μου, στην θάλασσα το πάω,
να δροσιστεί η ψυχή μου απ τα νερά.

Βρήκα την θλίψη τώρα, να ακουμπήσω
και χάνομαι, αιωρούμαι στα ανοιχτά.
Θα πλημμυρίσω αρμύρα, θα αναστήσω,
κάθε ανάσα μου, που καίει στη στεριά.

Ξάφνου, η θάλασσα βρυχάται με μανία,
λυσσομανάει το κύμα και σκορπά,
σκίζει την θάλασσα στα δυο, με αγωνία
και μουδιασμένη έχει μείνει η ματιά.

Βγαίνει μορφή γοργόνας απ τα βάθη,
χρυσομαλλούσα, με μια γαλανή ουρά,
φοράει στέμμα, τραγουδάει στην πλάση,
με ακουμπάει κι ύστερα κλαίει σιωπηλά.

Παρακαλάει σ άλλους κόσμους, να πάω μαζί της
Να μη με νοιάζει πια, του κόσμου η απονιά.
Το χέρι απλώνω κι ακουμπάω το δικό της,
βουτάω βαθιά στα γαλανά, χάνομαι πια!

Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου 2011

ΣΤΙΧΟΙ ΣΙΩΠΗΣ

Απλωσα την ανασα μου,
με δυο λογια να ταξιδεψει
εκει, που οξινα βρεχει.


Με ματια λογια..

Μα πως να κρατησεις μονη
τουτη την βροχη,
που σαν μανιασμενος καταραχτης,
ορμαει και χυνεται με υπερβολη;


Λογια, με αντισταση και μνημη
συλλεγουνε προσεκτικα,
εικονες λογια..


Με τα εγω και με μη,
που ταπεινωτικα ποδοπατουν.

Παντα ασυμβιβαστα,
τα λογια μου αντιστεκονται
και ρητορευω..
Με θηλια ως τον λαιμο,
οικοδομοντας πολιτεία
γεματη, απο στιχους σιωπής..
και Ελλάδα απο "ειρηνη"!

ΤΡΕΛΗ

Αισθανομαι το συμπαν να γελα
νιωθω σαν να χει φως μα ειναι βραδυ,
ο ηλιος σαν κοιταζει χαιρετα
και το φεγγαρι πλεκει μαξιλαρι.

Και φτιαχνω φυλαχτο σαν τραγουδω
με ξυλο και κλωστη λεπτουλα ασπρη,
να μου δωρισω θελω εναν σταυρο,
να με φυλαει απο ολα μου τα λαθη.

Τα ποδια μου χορευουν σε ρυθμο
που αγνωστος μου ηταν μεχρι τωρα,
πινω ολον τον ηλιο και μεθω,
λαμπιρισαν οι αχτιδες μες το σωμα.

Μα απ την χαρα μου παω να τρελαθω
και ασχετα ολο κανω και γελαω,
την θαλασσα την κανω ουρανο,
ριχνω κι ολα τα αστερια στο νερο.

Μες στο φεγγαρι ριχνω τον γιαλο
και σβηνω ολη τη θλιψη του απ τα ματια,
μια χουφτα ριχνω γιασεμια στο γαλανο,
του φεγγαριου το μαξιλαρι παιρνω για αντρα.

ΝΟΥΣ ΣΑΛΟΣ

Απ τον κορμό μου δάκρυα στάλαξαν στην καρδιά μου
Θυμάμαι κείνες τις στιγμές που ήσουνα ζωγραφιά μου
Ο ήλιος χρυσοέλαμπε επάνω στα μαλλιά σου
Και σου ροδοκοκκίνιζε τα άσπρα μάγουλα σου.

Αμίμητη ήσουν ομορφιά, άστραφτε η ματιά σου
Και το φεγγάρι συντροφικά κούρνιαζε στην καρδιά σου
Αστέρι ήσουν παράταιρο, διαμαντοφορεμένο
Το ξόρκι για τις μέλισσες το είχες φορεμένο

Για συντροφιά την μοναξιά έκανες μαξιλάρι
Οι ανάγκες σου, οι αναπνοές που έβλεπες στο ακρογιάλι
Σε θάμπωναν τα χρώματα ικέτες της καρδιάς σου
Σε φόβιζαν τα σύννεφα στοιχειά της αγκαλιάς σου.

Δεν πνίγονται τα αισθήματα, όσες μνήμες κι αν χάσω
Κάθε στιγμή στο έπακρο αποπνέω το φευγιό σου…
Όσο κι αν καίγεται η ψυχή δεν σταματώ να γράφω
Μα με τυφλώνει το γιατί, μισή ζωή ψυχορραγεί εντός μου

Κουράστηκα να προσπαθώ τον κόσμο να τον σπρώχνω
Να μην χωράω πουθενά και όλο να τον διώχνω
Μα πιότερο απ’ όλα σε αγαπώ. Για τον χαμό σου σε μισώ..…
Έγινα το χαρτί ετούτης της στιγμής κι όλο με τσαλακώνω.

Στον Βασιλάκη 06/04/07

ΟΝΕΙΡΕΜΑ


Στην μέρα απάνω μια γαρδένια
Να γίνει η αγάπη μας λουλούδι
Η αγκαλιά μας μια κορδέλα
Που δένει ίσκιους, με τραγούδι

Στο πρόσωπο του ο ήλιος λάμπει
Με την αχτίδα για ομπρέλα
Να ζωγραφίζει τ’ ακρογιάλι
Το ηλιοβασίλεμα, τα αστέρια

Χιλιάδες κάστρα να μου τάζει
Κόκκινους δράκους και να τρέμει
Ποτάμι δάκρια να αφήνει
Μέσα απ τα μάτια μου να ελπίζει

Να με κρατά σφιχτά, σαν ένα
Και να μου σιγοψιθυρίζει
Λόγια με εικόνες από εμένα
Και να με γλυκονανουρίζει

Πλέκει τα χέρια, μου τα σφίγγει
Στα δυο του μάτια εγώ να λιώνω
Σαν το λαδάκι από καντήλι
Κι όταν με βλέπει να δακρύζει

Εγώ να ρίχνω στ’ ακρογιάλι
Βότσαλα και μικρά πετράδια
Αυτός να κρύβει με το ένα χέρι
τ άστρα μην φύγουν στα σκοτάδια

Να κλαίει πνιχτά, να μην ακούσω
Τον πόνο που χει για εμένα
Στιγμή του φαίνομαι, που σβήνω
Μια την καρδιά φιλά, μια εμένα.

ΕΝΝΕΑ ΜΗΝΕΣ

Χρυσάνθεμο λευκό στη νιότη κανακεύω
Εννέα λάγνες μοίρες με εξαντλήσεις, με νικούν
Μισή πνοή στα σπλάχνα μου, συχνά να αγναντεύω
Στην αύρα μου ένα τρέμουλο και πλάσματα γρικούν

Φόρεσαν τα τομάρια μου αδέσποτοι αγάδες
Σπείρανε τα κομμάτια μου σε τόπο αλαργινό
Λάγνες ιέρειες μ έζωσαν, με επάρατες καντάδες
Εννιά μήνες βύζαινα από πικρό μαστό

Στο άδυτο ο σάτυρος έστηνε πανηγύρι
Τα μάτια μου να μην βαστούν τα όσα πια περνούν
Οστέινοι οι πόθοι μου και αλμυρά τα χείλη
Αγκάθινα τα απόβραδα σαν οι ώρες με μετρούν

Ανασαλεύω ολάκερη σε τρίφυλλο σεντόνι
Μια τρίαινα σε άπατα νερά βροντοχτυπώ
Σε αλλόκοτο χρησμό ρίχνω σκιές μέσα στο χιόνι
Σαν την Πυθία με τάξανε, να αλλάζω έναν χρησμό

ΟΣΟ ΦΕΥΓΩ

Όσο φεύγω πηγαίνω στης σιωπής το λιμάνι
την καρδιά δεν ορίζω, σ έχω τόση ανάγκη.

Η ψυχή έχει μείνει σε κορμί που αλλάζει,
σαν το κύμα η μορφή σου στ ανοιχτά με φωνάζει.

Να ξεχάσω τα πάντα, όσα έχουνε γίνει
μα ανασαίνουν σημάδια και το αύριο πνίγει.

Της φωνής η καρδιά σου
Μια σιωπή μες τα χείλια
Έχει σφίξει η ματιά σου
Σε τυλίγω στη νύχτα

Απ το πλάι σου τρέχω
Μακριά σου να φύγω
Τρέμω μήπως σε χάσω
Και κοντά σου γυρίζω


Δεν χωρώ στην ουσία σε μια αλήτισσα λέξη
μια νύχτα και φεύγεις, σ αγαπώ και το ξέρεις.

Σ αγαπώ και σε θέλω, όσο ηχώ στο φωνάζω.
Με το ίσως ξεφτίζω σαν το δάκρυ μου στάζω..

Στην καρδιά μια αλήθεια, όσο φεύγω επιστρέφω
κι όλα έχουν αξία, όσο λείπεις πεθαίνω!

ΓΥΑΛΙ


Σε ένα οικόπεδο λουλούδια έχουν σπείρει
Με μια ανεμώνα που ολοένα την κοιτώ
Λέω να μπω να περπατήσω στο χορτάρι
Ξυπόλητη για να του πάρω τον χυμό.

Μια ιδέα μου χει σφηνώσει όλη την μέρα
Να ξαποστάσω εκεί, δίπλα στον κισσό
Μα η εικόνα να που σβήνει παραπέρα
Κι όταν η ώρα δεν με παίρνει, το ξεχνώ

Παραπατώ μα δεν με πάω παρακάτω
Είναι η πόλη σαν ένα λεπτό σχοινί
Που ακροβάτησα κι έπεσα από κάτω
Μα δεν προφταίνω να ξεκουράσω το κορμί

Είναι οι ώρες τούτες μετρημένες
Το νιώθω έντονα μα δεν στο έχω πει
Κάτι γυρνάει ολοένα αυτές τις μέρες
Σαν η ψυχή να έχει μπει σ ένα κελί

Έγινε ο κόμπος στο λαιμό μου πιο δεμένος
Που καταπίνω κι ας μην ξέρω που θα βγει
Τρίζει μια σκέψη και ο νους μου αγριεμένος
Και τρέμω πάλι να μην μάθω το γιατί

Μ ένα χαμόγελο στα χείλη περπατάω
Ψηλά το στήνω ετούτο το κορμί
Από τα μάτια με δυο δάκρυα ξεσπάω
Και με τα χέρια μου γροθιά σ ένα γυαλί!

ΦΕΓΓΑΡΙ

Η καρδιά μου στο ολόγιομο φεγγάρι
Παραμιλάει ότι θέλει να με πάρει
Παραπέρα από του κόσμου την μουρμούρα
Εκεί στο ξέφωτο, μακριά απ τη θολούρα.

Πλέκει μια βέρα να μου χαρίσει
Στα χάδια λέει, θα με αναστήσει
Τον θέλω και πάω, του τραγουδάω
Το Φεγγάρι o άντρας , που αγαπάω!

Μου ρίχνει ροδοπέταλα στον δρόμο
Μέσα στο στόμα, μου βάζει δυόσμο
Παίρνει τον ήλιο, μου φτιάχνει κάστρα
Άσπρα στο κορμί και η στιγμή στα άστρα.

Φτάνει κοντά μου και με κοιτάει
Σκύβει μπροστά μου και με φιλάει
Βαθύς ο όρκος του.. πως μ’ αγαπάει
Δάκρυ, μου ξέφυγε .. μου ξεψυχάει..

Παρασκευή, 25 Φεβρουαρίου 2011

ΜΟΙΡΟΛΟΪ

Κυκλώνω μια αδιάκοπη ανάστροφη πορεία.
Τα μάτια μου λαμπάδιασαν με τρόμο και θυμό.
Έτσι λυσσάς και χάνεσαι στον Άδη με μανία.
Παιδί μου το κορμάκι σου, κρατώ κι αναφιλώ.

Θεομηνία τρομερή και ερύθημα θανάτου,
Πάσκισαν, σ αναγκάσανε σε άδικο χαμό.
Έτσι λυσσώ και πάλλομαι για το θανατερό σου.
Τα σπλάχνα μου μουγκοφυσούν στου Απρίλη τον καημό.

Ο ουρανός ολάκερος γρικάει μανιασμένος,
χύμηξαν απάνω δαίμονες και τους ακολουθώ.
Εντός κραύγαζαν άνεμοι, πάγωσε μπρος μου ο κόσμος,
βρυχάται η γης στο πέρασμα, σε τρομερό σεισμό.

Στα βάθη του ορίζοντα βγαίνουν στοιχειά ικέτες,
θυμίαμα αναφυσούν απ το φτενό λαιμό.
Σαλεύω το ασάλευτο, βγάζω απ τις σάρκες πέτσες.
Τα δόντια μου αντιχτυπώ, κρούω το φυσητό.

Το πρόσωπο σου ολόλευκο ως Βασιλιάς σε κάστρο.
Στεφάνι σου εφόρεσα για γάμο βιαστικό.
Μια φούχτα χτύπους σου έπλεξα, παρέα στον κάτω κόσμο.
Τα λόγια που δεν θα σου πω τα δένω στον λαιμό.

Για τον Βασιλάκη ......6/4/2007..

ΜΙΣΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Είναι τα μάτια μου υγρά
Τα δάκρυα δεν ορίζω
Ξεστόμισα το σ αγαπώ
Το αύριο μου βρίζω

Είναι άκληρη η ρήση μου
Κλοτσώ ένα κοχύλι
Μου βιάζουν την τύχη μου
Ξέχειλο το ποτήρι

Κάνω μια στάση παρακεί
Κοιτώντας το φεγγάρι
Μέθυσα στη σκληρή σιωπή
Σ ένα κρυφό μαράζι

Την έζησα την φυλακή
Ζητώντας ένα χάδι
Στέρεψε το καντήλι εκεί
Σαν χύθηκε το λάδι

Πρώτη φορά που ένιωσα
Σαν το μισό φεγγάρι
Πρώτη στα στήθια ένιωσα
Το κοφτερό αγκάθι

Βράζω σαν λάβα στην κορφή
Την ώρα που ξυπνάει
Σεισμός μες την καρδιά μου ζει
Με πέτρες σαν ξεσπάει

Μια αγωνία στις λέξεις μου
Μην και τις ξεστομίσω
Κουράστηκε η ψυχούλα μου
Και πάω να ξεψυχήσω…

Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

ΜΙΣΗ ΣΤΕΡΙΑ


Έχεις σαλπάρει το όνειρο σου γι αλλού,
σε μακρινές στεριές κι όπου αυτό σε βγάλει.
Σήκωσες άγκυρα μες το μυαλό σου. Αφού
η ίδια ανάμνηση, αλλού για αλλού σε πάει.

Και ταξιδεύεις σε μια δύνη του μυαλού.
Σαν αυτοκόλλητο στα ίδια έχεις κολλήσει.
Μια παπαρούνα έχεις βγάλει απ τον νου
που την πετάς να πέσει κάτω κι ας μαδήσει.

Δεν λογαριάζεις αν το κύμα σε πετά,
δεν ξαποσταίνεις κι όλο στο άχτι τριγυρίζεις.
Κόβεις διλήμματα στυγνά και ιδανικά.
Μέσα στον κόσμο που κρατάς όλο αφρίζεις..

Μες τα κιτάπια τριγυρνάς έναν αιώνα.
Ξεσπάς σε γέλια και σφυρίζεις στον αγώνα.
Από τον ύπνο σου ξυπνάς στα περασμένα.
Και στα στερνά μου με κερνάς λόγια ληγμένα.

Έχεις για Ιθάκη σου λιμάνι αλαργινό.
Κλείνεις τα αφτιά σε ότι δεν σε προσκυνάει.
Αλλάζεις ρότα και απορείς με έναν λυγμό
που στον λαιμό σου, δέκα χρόνια γρατζουνάει.

Μια επανάσταση βαστάς και ανεμίζεις
που σου επιβάλανε να βρεις μισή στεριά.
Μοιράζεις πόνους σαν ιερέας αφορίζεις
Και πυρπολείς… του άλλου κόσμου δανεικά.



Στον μικρό Δημητράκη!!!

ΜΑΙΝΑΔΑ


Μ έριξαν όλοι οι Θεοί στην μοιρασιά του κόσμου
Με έναν πλαστό λαχνό να ζω τον θάνατο μου
Να κρέμεται η αγάπη μου από την μια φλέβα
Κι ένας Λάγνος Θεός ολημερίς να με ποτίζει αίμα..

Σ ένα μαντείο οι ιερείς κόβανε το γάλα του μαστού
Κι εγώ να ικετεύω στην σωτηρία του χαλασμού
Να σέρνομαι εξόριστη μήπως και βρω το φως μου
Σαράντα χρόνους κουβαλώ το σκυλοτόμαρο μου.

Μες το καράβι μου άπλωσα ασπρόμαυρα πανιά
Μα οι Σάτυροι του ελέους, μου έστηναν παγανιά
Τέσσερις χρόνους κόλλησα επάνω σε μια άμμο
Μαινάδες έτη λησμονιάς με πάταγαν επάνω..

Ο Άδης απ τα Τάρταρα με ένα κλεμμένο ξίφος
Μου έσκιζε παλιές πληγές ο βλάσφημος, με μίσος
Μύριοι με δίκασαν να ζω στα κάποια κρίματα μου
Τα έσχατα στερνά, προσάναμμα στα άθλια αφήματα μου

Έξι Αισθήσεις

Έσπασε το κούμπωμα από μια ολόχρυση αλυσίδα
Που κρέμαγε επάνω της ένας μικρός σταυρός
Μάδησα όλα τα φύλλα από μια άσπρη μαργαρίτα
Στριφογυρνάει μια πεταλούδα πάνω στο φως

Έχω μπλοκάρει σε άκληρες ριμες του εαυτού μου
Πού χει παρκάρει σε μια δύνη του μυαλού
Μορφή μου παίρνει κάθε βράδυ μια άδιάφανη ύλη
Φεγγοβολάει μες τα ρεσάλτα του φεγγαριού

Η Ζωή μου σαν το λάστιχο που όλο με ξεχειλώνει
Σε απολιθώματα κοντά σε άγριες παραισθήσεις
Όσες ανάσες και να ρίξω όλο με μένος με χρεώνει
Κάθε ξημέρωμα προσεκτικά συλλέγω έξι αισθήσεις

Μια ρουφηξιά είναι η ζωή από αγάπη κι όπου πάει
Αυτιστική που ακούει πάντα στην ίδια αγκαλιά
Μια αγουροξυπνημένη λήθη τα βράδια με χτυπάει
Στη χιλιομπαλωμένη πιέτα πού χω στην καρδιά

ΕΠΙΚΟ

Κάθε που βραδιάζει νύχτα ντύνομαι,
τυλίγομαι στα μαύρα μου τα πέπλα.
Σ ένα όνειρο αναβάτης πάλι γίνομαι,
σ ένα κορμί παραφροσύνης, κλέφτρα.

Έρχεται ο ασπρόμαυρος ο πήγασος
με τα ανοιχτά διάπλατα φτερά του,
με παίρνει για ταξίδι στο αρχιπέλαγος
του ουρανού, μήπως μου δώσει την χαρά του.

Σαν ανεβαίνω πάνω του, εγώ σαν άνεμος
εκείνος με επιβλέπει και χαϊδεύει
τα όνειρα και γίνεται όλος κόκκινος
και εκεί καθώς με πάει, μου παραπέφτει…

Με ακουμπάει επάνω σε ένα σύννεφο,
αυτό που μου χε πει πως με πονούσε.
Σφαιροειδής γροθιά, στο άπειρο το σύννεφο
και χοροπήδησε το άσπρο που φορούσε!

Έρχεται ένα παιδί και μου κρατάει το χέρι
χρυσοντυμένο, με ανοιχτές του τις φτερούγες,
μου τραγουδάει τυχαία και ύστερα με χαϊδεύει
ανοίγει τα φτερά του και λέει πως με αγαπούσες.

Πύρινος κόμπος στον λαιμό μου βλάστωσε,
όταν μου είπε ότι πρέπει να γυρίσω..
Τα βλέφαρα μου γλύφουν τα όσα τάζανε
και να παρακαλάω μην ξαναξυπνήσω..

Ξαστέρωσε και ξύπνησα σε όλεθρο,
με δάκρια στα μάτια αγναντεύω.
Κόλαση και ο παράδεισος σε πόλεμο
μα την ψυχή, δεν έχω που να την βολέψω.

Ανάθεμα τα φώτα της ημέρας μου
που ξύπνησα και έχασα την μάχη.
Τον έναν άγγελο που μ άφησε μονάχη μου
που του ζητάω τον λυτρωμό σ ένα του χάδι.

Στοιχειά απάτες σε φτηνό σκαρί με αμπαρώσανε,
για τον βαρύ σταυρό που διαρκώς τον κουβαλάω.
Χίλιοι μυριάδες δαίμονες με παραπέμψανε,
να αποζητάω μια λύτρωση, στο να πεθάνω!

Το έδαφος μου, που ποτέ δεν μέστωσε
με έσερνε στην, του θανάτου τραγωδία.
Ότι με αγάπησε μακριά μου έφυγε
και κάθε βράδυ αιμορραγώ.. σε μια αδικία…

Ένα

Με μάγεψε μια γη που χει δονήσεις
Που ψηλαφίζεται σε αγγίγματα ηδονής

Μου συλλαβίζει της αγάπης τις αφίξεις
Χωράω μέσα σε μια φορεσιά αόρατης αφής

Με αγκαλιάζει σαν ένας μικρός καθρέφτης
Σαν τον κοιτάζω γίνομαι “ένα”, στρογγυλό

Κοιτάει τα μάτια μου και ψιθυρίζει λέξεις
Που κλείνω μέσα σε μια ψυχή από πηλό

Πρώτη φορά που νιώθω ότι χωράω
Ξαναγεννήθηκα σε χέρια που πετάω
Σε μια στιγμή πάλλεται ο αέρας και απλώνει
Με ένα φιλί ήρθε την ανάσα μου, η πρώτη

Ξεχωριστές είναι οι στιγμές που μας ενώνουν
Και οι σιωπές μας, τις πληγές μας εκκενώνουν

Ήλιος πια έγινε η καρδιά μου και αλλάζει
Κι όσο αλλάζει, τόσο σε εσένα πλησιάζει

Η σκέψη είναι η ανάσα και η καρδιά
Της προσμονής η γλύκα και ομορφιά

Ξέφυγαν οι αισθήσεις κι ολοένα μου ουρλιάζουν
Σχίστηκε η γη δυο μισά, το “ένα”…διαγράφουν...

Δ έ ρ μ α

Δεν είμαι μια είμαι πολλές
Δοσμένη σε αποκοπές
Είμαι στιγμές…

Δεν είμαι από άλλη εποχή
Είμαι απλά μια ψυχή
Είμαι εσύ…

Δεν είμαι άπιστο αστέρι
Είμαι νεφέλωμα και αγέρι
Είμαι μαχαίρι…

Δεν είμαι εγώ ξεχωριστή
Είμαι ότι λείπει απ τη ζωή
Είμαι το δέρμα…

Δεν είμαι τέλεια παντού
Είμαι το λάθος του θεού
Είμαι ελάττωμα του νου!

Δεν είμαι εγώ ο έρμος χρόνος
Είμαι ο ατέλειωτος ο χώρος
Είμαι ο φόβος…..

Δεν είμαι η ζωή που ταξιδεύεις
Είμαι η στάση να πεθαίνεις
Είμαι ο πόνος…

Δεν είμαι άλλο η χαρά
Είμαι το δάκρυ στην καρδιά
Είμαι ο κρότος…

Δεν είμαι πια μια νέα αρχή
Είμαι το κάτω απ΄ την γη
Είμαι το τέλος…

Παρασκευή, 18 Φεβρουαρίου 2011

Φλόγα Πορφυρή


Έκπτωτοι με αποδιώξανε, φορώντας μου στεφάνι.
Πύρινες γλώσσες μ άφησαν σε στενεμένη γη.
Μάνα! όταν σου φώναξα με έλουσες, με μελάνι
να γράφω την γυμνή ψυχή, στυγνά με ενοχή.

Σάπιοι καημοί με έσυραν σ αδιάβατη χαράδρα,
αποδιωγμένη πνίγομαι, σπρώχνοντας την καρδιά.
Να ζήσω όταν γύρεψα, μου έφραξαν την ανάσα
Έρημοι, δύσβατοι συρμοί του ελέους η μοναξιά.

Βέβηλα όνειρα βίασαν τα όσια και ιερά μου
τόσο το έλεος τους ζω, που όλο ξερνώ χτικιό.
Φρενιάζονται οι ελπίδες μου, σφάζουν τα σωθικά μου
και η στερνή ανάσα μου, δεν σβήνει να σωθώ ..

Φτηνή Στιγμή, επάρατη, κουβάλησα σαν φταίχτρα.
Τυλίγομαι και κρύβομαι να μην με ξαναδώ.
Κι αφού, δεν φτάνω την ζωή και είμαι σαν την πέτρα,
γίνομαι φλόγα πορφυρή και καίω το εγώ!