Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου 2011

ΣΤΙΧΟΙ ΣΙΩΠΗΣ

Απλωσα την ανασα μου,
με δυο λογια να ταξιδεψει
εκει, που οξινα βρεχει.


Με ματια λογια..

Μα πως να κρατησεις μονη
τουτη την βροχη,
που σαν μανιασμενος καταραχτης,
ορμαει και χυνεται με υπερβολη;


Λογια, με αντισταση και μνημη
συλλεγουνε προσεκτικα,
εικονες λογια..


Με τα εγω και με μη,
που ταπεινωτικα ποδοπατουν.

Παντα ασυμβιβαστα,
τα λογια μου αντιστεκονται
και ρητορευω..
Με θηλια ως τον λαιμο,
οικοδομοντας πολιτεία
γεματη, απο στιχους σιωπής..
και Ελλάδα απο "ειρηνη"!

ΤΡΕΛΗ

Αισθανομαι το συμπαν να γελα
νιωθω σαν να χει φως μα ειναι βραδυ,
ο ηλιος σαν κοιταζει χαιρετα
και το φεγγαρι πλεκει μαξιλαρι.

Και φτιαχνω φυλαχτο σαν τραγουδω
με ξυλο και κλωστη λεπτουλα ασπρη,
να μου δωρισω θελω εναν σταυρο,
να με φυλαει απο ολα μου τα λαθη.

Τα ποδια μου χορευουν σε ρυθμο
που αγνωστος μου ηταν μεχρι τωρα,
πινω ολον τον ηλιο και μεθω,
λαμπιρισαν οι αχτιδες μες το σωμα.

Μα απ την χαρα μου παω να τρελαθω
και ασχετα ολο κανω και γελαω,
την θαλασσα την κανω ουρανο,
ριχνω κι ολα τα αστερια στο νερο.

Μες στο φεγγαρι ριχνω τον γιαλο
και σβηνω ολη τη θλιψη του απ τα ματια,
μια χουφτα ριχνω γιασεμια στο γαλανο,
του φεγγαριου το μαξιλαρι παιρνω για αντρα.

ΝΟΥΣ ΣΑΛΟΣ

Απ τον κορμό μου δάκρυα στάλαξαν στην καρδιά μου
Θυμάμαι κείνες τις στιγμές που ήσουνα ζωγραφιά μου
Ο ήλιος χρυσοέλαμπε επάνω στα μαλλιά σου
Και σου ροδοκοκκίνιζε τα άσπρα μάγουλα σου.

Αμίμητη ήσουν ομορφιά, άστραφτε η ματιά σου
Και το φεγγάρι συντροφικά κούρνιαζε στην καρδιά σου
Αστέρι ήσουν παράταιρο, διαμαντοφορεμένο
Το ξόρκι για τις μέλισσες το είχες φορεμένο

Για συντροφιά την μοναξιά έκανες μαξιλάρι
Οι ανάγκες σου, οι αναπνοές που έβλεπες στο ακρογιάλι
Σε θάμπωναν τα χρώματα ικέτες της καρδιάς σου
Σε φόβιζαν τα σύννεφα στοιχειά της αγκαλιάς σου.

Δεν πνίγονται τα αισθήματα, όσες μνήμες κι αν χάσω
Κάθε στιγμή στο έπακρο αποπνέω το φευγιό σου…
Όσο κι αν καίγεται η ψυχή δεν σταματώ να γράφω
Μα με τυφλώνει το γιατί, μισή ζωή ψυχορραγεί εντός μου

Κουράστηκα να προσπαθώ τον κόσμο να τον σπρώχνω
Να μην χωράω πουθενά και όλο να τον διώχνω
Μα πιότερο απ’ όλα σε αγαπώ. Για τον χαμό σου σε μισώ..…
Έγινα το χαρτί ετούτης της στιγμής κι όλο με τσαλακώνω.

Στον Βασιλάκη 06/04/07

ΟΝΕΙΡΕΜΑ


Στην μέρα απάνω μια γαρδένια
Να γίνει η αγάπη μας λουλούδι
Η αγκαλιά μας μια κορδέλα
Που δένει ίσκιους, με τραγούδι

Στο πρόσωπο του ο ήλιος λάμπει
Με την αχτίδα για ομπρέλα
Να ζωγραφίζει τ’ ακρογιάλι
Το ηλιοβασίλεμα, τα αστέρια

Χιλιάδες κάστρα να μου τάζει
Κόκκινους δράκους και να τρέμει
Ποτάμι δάκρια να αφήνει
Μέσα απ τα μάτια μου να ελπίζει

Να με κρατά σφιχτά, σαν ένα
Και να μου σιγοψιθυρίζει
Λόγια με εικόνες από εμένα
Και να με γλυκονανουρίζει

Πλέκει τα χέρια, μου τα σφίγγει
Στα δυο του μάτια εγώ να λιώνω
Σαν το λαδάκι από καντήλι
Κι όταν με βλέπει να δακρύζει

Εγώ να ρίχνω στ’ ακρογιάλι
Βότσαλα και μικρά πετράδια
Αυτός να κρύβει με το ένα χέρι
τ άστρα μην φύγουν στα σκοτάδια

Να κλαίει πνιχτά, να μην ακούσω
Τον πόνο που χει για εμένα
Στιγμή του φαίνομαι, που σβήνω
Μια την καρδιά φιλά, μια εμένα.

ΕΝΝΕΑ ΜΗΝΕΣ

Χρυσάνθεμο λευκό στη νιότη κανακεύω
Εννέα λάγνες μοίρες με εξαντλήσεις, με νικούν
Μισή πνοή στα σπλάχνα μου, συχνά να αγναντεύω
Στην αύρα μου ένα τρέμουλο και πλάσματα γρικούν

Φόρεσαν τα τομάρια μου αδέσποτοι αγάδες
Σπείρανε τα κομμάτια μου σε τόπο αλαργινό
Λάγνες ιέρειες μ έζωσαν, με επάρατες καντάδες
Εννιά μήνες βύζαινα από πικρό μαστό

Στο άδυτο ο σάτυρος έστηνε πανηγύρι
Τα μάτια μου να μην βαστούν τα όσα πια περνούν
Οστέινοι οι πόθοι μου και αλμυρά τα χείλη
Αγκάθινα τα απόβραδα σαν οι ώρες με μετρούν

Ανασαλεύω ολάκερη σε τρίφυλλο σεντόνι
Μια τρίαινα σε άπατα νερά βροντοχτυπώ
Σε αλλόκοτο χρησμό ρίχνω σκιές μέσα στο χιόνι
Σαν την Πυθία με τάξανε, να αλλάζω έναν χρησμό

ΟΣΟ ΦΕΥΓΩ

Όσο φεύγω πηγαίνω στης σιωπής το λιμάνι
την καρδιά δεν ορίζω, σ έχω τόση ανάγκη.

Η ψυχή έχει μείνει σε κορμί που αλλάζει,
σαν το κύμα η μορφή σου στ ανοιχτά με φωνάζει.

Να ξεχάσω τα πάντα, όσα έχουνε γίνει
μα ανασαίνουν σημάδια και το αύριο πνίγει.

Της φωνής η καρδιά σου
Μια σιωπή μες τα χείλια
Έχει σφίξει η ματιά σου
Σε τυλίγω στη νύχτα

Απ το πλάι σου τρέχω
Μακριά σου να φύγω
Τρέμω μήπως σε χάσω
Και κοντά σου γυρίζω


Δεν χωρώ στην ουσία σε μια αλήτισσα λέξη
μια νύχτα και φεύγεις, σ αγαπώ και το ξέρεις.

Σ αγαπώ και σε θέλω, όσο ηχώ στο φωνάζω.
Με το ίσως ξεφτίζω σαν το δάκρυ μου στάζω..

Στην καρδιά μια αλήθεια, όσο φεύγω επιστρέφω
κι όλα έχουν αξία, όσο λείπεις πεθαίνω!

ΓΥΑΛΙ


Σε ένα οικόπεδο λουλούδια έχουν σπείρει
Με μια ανεμώνα που ολοένα την κοιτώ
Λέω να μπω να περπατήσω στο χορτάρι
Ξυπόλητη για να του πάρω τον χυμό.

Μια ιδέα μου χει σφηνώσει όλη την μέρα
Να ξαποστάσω εκεί, δίπλα στον κισσό
Μα η εικόνα να που σβήνει παραπέρα
Κι όταν η ώρα δεν με παίρνει, το ξεχνώ

Παραπατώ μα δεν με πάω παρακάτω
Είναι η πόλη σαν ένα λεπτό σχοινί
Που ακροβάτησα κι έπεσα από κάτω
Μα δεν προφταίνω να ξεκουράσω το κορμί

Είναι οι ώρες τούτες μετρημένες
Το νιώθω έντονα μα δεν στο έχω πει
Κάτι γυρνάει ολοένα αυτές τις μέρες
Σαν η ψυχή να έχει μπει σ ένα κελί

Έγινε ο κόμπος στο λαιμό μου πιο δεμένος
Που καταπίνω κι ας μην ξέρω που θα βγει
Τρίζει μια σκέψη και ο νους μου αγριεμένος
Και τρέμω πάλι να μην μάθω το γιατί

Μ ένα χαμόγελο στα χείλη περπατάω
Ψηλά το στήνω ετούτο το κορμί
Από τα μάτια με δυο δάκρυα ξεσπάω
Και με τα χέρια μου γροθιά σ ένα γυαλί!

ΦΕΓΓΑΡΙ

Η καρδιά μου στο ολόγιομο φεγγάρι
Παραμιλάει ότι θέλει να με πάρει
Παραπέρα από του κόσμου την μουρμούρα
Εκεί στο ξέφωτο, μακριά απ τη θολούρα.

Πλέκει μια βέρα να μου χαρίσει
Στα χάδια λέει, θα με αναστήσει
Τον θέλω και πάω, του τραγουδάω
Το Φεγγάρι o άντρας , που αγαπάω!

Μου ρίχνει ροδοπέταλα στον δρόμο
Μέσα στο στόμα, μου βάζει δυόσμο
Παίρνει τον ήλιο, μου φτιάχνει κάστρα
Άσπρα στο κορμί και η στιγμή στα άστρα.

Φτάνει κοντά μου και με κοιτάει
Σκύβει μπροστά μου και με φιλάει
Βαθύς ο όρκος του.. πως μ’ αγαπάει
Δάκρυ, μου ξέφυγε .. μου ξεψυχάει..

Παρασκευή, 25 Φεβρουαρίου 2011

ΜΟΙΡΟΛΟΪ

Κυκλώνω μια αδιάκοπη ανάστροφη πορεία.
Τα μάτια μου λαμπάδιασαν με τρόμο και θυμό.
Έτσι λυσσάς και χάνεσαι στον Άδη με μανία.
Παιδί μου το κορμάκι σου, κρατώ κι αναφιλώ.

Θεομηνία τρομερή και ερύθημα θανάτου,
Πάσκισαν, σ αναγκάσανε σε άδικο χαμό.
Έτσι λυσσώ και πάλλομαι για το θανατερό σου.
Τα σπλάχνα μου μουγκοφυσούν στου Απρίλη τον καημό.

Ο ουρανός ολάκερος γρικάει μανιασμένος,
χύμηξαν απάνω δαίμονες και τους ακολουθώ.
Εντός κραύγαζαν άνεμοι, πάγωσε μπρος μου ο κόσμος,
βρυχάται η γης στο πέρασμα, σε τρομερό σεισμό.

Στα βάθη του ορίζοντα βγαίνουν στοιχειά ικέτες,
θυμίαμα αναφυσούν απ το φτενό λαιμό.
Σαλεύω το ασάλευτο, βγάζω απ τις σάρκες πέτσες.
Τα δόντια μου αντιχτυπώ, κρούω το φυσητό.

Το πρόσωπο σου ολόλευκο ως Βασιλιάς σε κάστρο.
Στεφάνι σου εφόρεσα για γάμο βιαστικό.
Μια φούχτα χτύπους σου έπλεξα, παρέα στον κάτω κόσμο.
Τα λόγια που δεν θα σου πω τα δένω στον λαιμό.

Για τον Βασιλάκη ......6/4/2007..

ΜΙΣΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Είναι τα μάτια μου υγρά
Τα δάκρυα δεν ορίζω
Ξεστόμισα το σ αγαπώ
Το αύριο μου βρίζω

Είναι άκληρη η ρήση μου
Κλοτσώ ένα κοχύλι
Μου βιάζουν την τύχη μου
Ξέχειλο το ποτήρι

Κάνω μια στάση παρακεί
Κοιτώντας το φεγγάρι
Μέθυσα στη σκληρή σιωπή
Σ ένα κρυφό μαράζι

Την έζησα την φυλακή
Ζητώντας ένα χάδι
Στέρεψε το καντήλι εκεί
Σαν χύθηκε το λάδι

Πρώτη φορά που ένιωσα
Σαν το μισό φεγγάρι
Πρώτη στα στήθια ένιωσα
Το κοφτερό αγκάθι

Βράζω σαν λάβα στην κορφή
Την ώρα που ξυπνάει
Σεισμός μες την καρδιά μου ζει
Με πέτρες σαν ξεσπάει

Μια αγωνία στις λέξεις μου
Μην και τις ξεστομίσω
Κουράστηκε η ψυχούλα μου
Και πάω να ξεψυχήσω…

Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

ΜΙΣΗ ΣΤΕΡΙΑ


Έχεις σαλπάρει το όνειρο σου γι αλλού,
σε μακρινές στεριές κι όπου αυτό σε βγάλει.
Σήκωσες άγκυρα μες το μυαλό σου. Αφού
η ίδια ανάμνηση, αλλού για αλλού σε πάει.

Και ταξιδεύεις σε μια δύνη του μυαλού.
Σαν αυτοκόλλητο στα ίδια έχεις κολλήσει.
Μια παπαρούνα έχεις βγάλει απ τον νου
που την πετάς να πέσει κάτω κι ας μαδήσει.

Δεν λογαριάζεις αν το κύμα σε πετά,
δεν ξαποσταίνεις κι όλο στο άχτι τριγυρίζεις.
Κόβεις διλήμματα στυγνά και ιδανικά.
Μέσα στον κόσμο που κρατάς όλο αφρίζεις..

Μες τα κιτάπια τριγυρνάς έναν αιώνα.
Ξεσπάς σε γέλια και σφυρίζεις στον αγώνα.
Από τον ύπνο σου ξυπνάς στα περασμένα.
Και στα στερνά μου με κερνάς λόγια ληγμένα.

Έχεις για Ιθάκη σου λιμάνι αλαργινό.
Κλείνεις τα αφτιά σε ότι δεν σε προσκυνάει.
Αλλάζεις ρότα και απορείς με έναν λυγμό
που στον λαιμό σου, δέκα χρόνια γρατζουνάει.

Μια επανάσταση βαστάς και ανεμίζεις
που σου επιβάλανε να βρεις μισή στεριά.
Μοιράζεις πόνους σαν ιερέας αφορίζεις
Και πυρπολείς… του άλλου κόσμου δανεικά.



Στον μικρό Δημητράκη!!!

ΜΑΙΝΑΔΑ


Μ έριξαν όλοι οι Θεοί στην μοιρασιά του κόσμου
Με έναν πλαστό λαχνό να ζω τον θάνατο μου
Να κρέμεται η αγάπη μου από την μια φλέβα
Κι ένας Λάγνος Θεός ολημερίς να με ποτίζει αίμα..

Σ ένα μαντείο οι ιερείς κόβανε το γάλα του μαστού
Κι εγώ να ικετεύω στην σωτηρία του χαλασμού
Να σέρνομαι εξόριστη μήπως και βρω το φως μου
Σαράντα χρόνους κουβαλώ το σκυλοτόμαρο μου.

Μες το καράβι μου άπλωσα ασπρόμαυρα πανιά
Μα οι Σάτυροι του ελέους, μου έστηναν παγανιά
Τέσσερις χρόνους κόλλησα επάνω σε μια άμμο
Μαινάδες έτη λησμονιάς με πάταγαν επάνω..

Ο Άδης απ τα Τάρταρα με ένα κλεμμένο ξίφος
Μου έσκιζε παλιές πληγές ο βλάσφημος, με μίσος
Μύριοι με δίκασαν να ζω στα κάποια κρίματα μου
Τα έσχατα στερνά, προσάναμμα στα άθλια αφήματα μου

Έξι Αισθήσεις

Έσπασε το κούμπωμα από μια ολόχρυση αλυσίδα
Που κρέμαγε επάνω της ένας μικρός σταυρός
Μάδησα όλα τα φύλλα από μια άσπρη μαργαρίτα
Στριφογυρνάει μια πεταλούδα πάνω στο φως

Έχω μπλοκάρει σε άκληρες ριμες του εαυτού μου
Πού χει παρκάρει σε μια δύνη του μυαλού
Μορφή μου παίρνει κάθε βράδυ μια άδιάφανη ύλη
Φεγγοβολάει μες τα ρεσάλτα του φεγγαριού

Η Ζωή μου σαν το λάστιχο που όλο με ξεχειλώνει
Σε απολιθώματα κοντά σε άγριες παραισθήσεις
Όσες ανάσες και να ρίξω όλο με μένος με χρεώνει
Κάθε ξημέρωμα προσεκτικά συλλέγω έξι αισθήσεις

Μια ρουφηξιά είναι η ζωή από αγάπη κι όπου πάει
Αυτιστική που ακούει πάντα στην ίδια αγκαλιά
Μια αγουροξυπνημένη λήθη τα βράδια με χτυπάει
Στη χιλιομπαλωμένη πιέτα πού χω στην καρδιά

ΕΠΙΚΟ

Κάθε που βραδιάζει νύχτα ντύνομαι,
τυλίγομαι στα μαύρα μου τα πέπλα.
Σ ένα όνειρο αναβάτης πάλι γίνομαι,
σ ένα κορμί παραφροσύνης, κλέφτρα.

Έρχεται ο ασπρόμαυρος ο πήγασος
με τα ανοιχτά διάπλατα φτερά του,
με παίρνει για ταξίδι στο αρχιπέλαγος
του ουρανού, μήπως μου δώσει την χαρά του.

Σαν ανεβαίνω πάνω του, εγώ σαν άνεμος
εκείνος με επιβλέπει και χαϊδεύει
τα όνειρα και γίνεται όλος κόκκινος
και εκεί καθώς με πάει, μου παραπέφτει…

Με ακουμπάει επάνω σε ένα σύννεφο,
αυτό που μου χε πει πως με πονούσε.
Σφαιροειδής γροθιά, στο άπειρο το σύννεφο
και χοροπήδησε το άσπρο που φορούσε!

Έρχεται ένα παιδί και μου κρατάει το χέρι
χρυσοντυμένο, με ανοιχτές του τις φτερούγες,
μου τραγουδάει τυχαία και ύστερα με χαϊδεύει
ανοίγει τα φτερά του και λέει πως με αγαπούσες.

Πύρινος κόμπος στον λαιμό μου βλάστωσε,
όταν μου είπε ότι πρέπει να γυρίσω..
Τα βλέφαρα μου γλύφουν τα όσα τάζανε
και να παρακαλάω μην ξαναξυπνήσω..

Ξαστέρωσε και ξύπνησα σε όλεθρο,
με δάκρια στα μάτια αγναντεύω.
Κόλαση και ο παράδεισος σε πόλεμο
μα την ψυχή, δεν έχω που να την βολέψω.

Ανάθεμα τα φώτα της ημέρας μου
που ξύπνησα και έχασα την μάχη.
Τον έναν άγγελο που μ άφησε μονάχη μου
που του ζητάω τον λυτρωμό σ ένα του χάδι.

Στοιχειά απάτες σε φτηνό σκαρί με αμπαρώσανε,
για τον βαρύ σταυρό που διαρκώς τον κουβαλάω.
Χίλιοι μυριάδες δαίμονες με παραπέμψανε,
να αποζητάω μια λύτρωση, στο να πεθάνω!

Το έδαφος μου, που ποτέ δεν μέστωσε
με έσερνε στην, του θανάτου τραγωδία.
Ότι με αγάπησε μακριά μου έφυγε
και κάθε βράδυ αιμορραγώ.. σε μια αδικία…

Ένα

Με μάγεψε μια γη που χει δονήσεις
Που ψηλαφίζεται σε αγγίγματα ηδονής

Μου συλλαβίζει της αγάπης τις αφίξεις
Χωράω μέσα σε μια φορεσιά αόρατης αφής

Με αγκαλιάζει σαν ένας μικρός καθρέφτης
Σαν τον κοιτάζω γίνομαι “ένα”, στρογγυλό

Κοιτάει τα μάτια μου και ψιθυρίζει λέξεις
Που κλείνω μέσα σε μια ψυχή από πηλό

Πρώτη φορά που νιώθω ότι χωράω
Ξαναγεννήθηκα σε χέρια που πετάω
Σε μια στιγμή πάλλεται ο αέρας και απλώνει
Με ένα φιλί ήρθε την ανάσα μου, η πρώτη

Ξεχωριστές είναι οι στιγμές που μας ενώνουν
Και οι σιωπές μας, τις πληγές μας εκκενώνουν

Ήλιος πια έγινε η καρδιά μου και αλλάζει
Κι όσο αλλάζει, τόσο σε εσένα πλησιάζει

Η σκέψη είναι η ανάσα και η καρδιά
Της προσμονής η γλύκα και ομορφιά

Ξέφυγαν οι αισθήσεις κι ολοένα μου ουρλιάζουν
Σχίστηκε η γη δυο μισά, το “ένα”…διαγράφουν...

Δ έ ρ μ α

Δεν είμαι μια είμαι πολλές
Δοσμένη σε αποκοπές
Είμαι στιγμές…

Δεν είμαι από άλλη εποχή
Είμαι απλά μια ψυχή
Είμαι εσύ…

Δεν είμαι άπιστο αστέρι
Είμαι νεφέλωμα και αγέρι
Είμαι μαχαίρι…

Δεν είμαι εγώ ξεχωριστή
Είμαι ότι λείπει απ τη ζωή
Είμαι το δέρμα…

Δεν είμαι τέλεια παντού
Είμαι το λάθος του θεού
Είμαι ελάττωμα του νου!

Δεν είμαι εγώ ο έρμος χρόνος
Είμαι ο ατέλειωτος ο χώρος
Είμαι ο φόβος…..

Δεν είμαι η ζωή που ταξιδεύεις
Είμαι η στάση να πεθαίνεις
Είμαι ο πόνος…

Δεν είμαι άλλο η χαρά
Είμαι το δάκρυ στην καρδιά
Είμαι ο κρότος…

Δεν είμαι πια μια νέα αρχή
Είμαι το κάτω απ΄ την γη
Είμαι το τέλος…

Παρασκευή, 18 Φεβρουαρίου 2011

Φλόγα Πορφυρή


Έκπτωτοι με αποδιώξανε, φορώντας μου στεφάνι.
Πύρινες γλώσσες μ άφησαν σε στενεμένη γη.
Μάνα! όταν σου φώναξα με έλουσες, με μελάνι
να γράφω την γυμνή ψυχή, στυγνά με ενοχή.

Σάπιοι καημοί με έσυραν σ αδιάβατη χαράδρα,
αποδιωγμένη πνίγομαι, σπρώχνοντας την καρδιά.
Να ζήσω όταν γύρεψα, μου έφραξαν την ανάσα
Έρημοι, δύσβατοι συρμοί του ελέους η μοναξιά.

Βέβηλα όνειρα βίασαν τα όσια και ιερά μου
τόσο το έλεος τους ζω, που όλο ξερνώ χτικιό.
Φρενιάζονται οι ελπίδες μου, σφάζουν τα σωθικά μου
και η στερνή ανάσα μου, δεν σβήνει να σωθώ ..

Φτηνή Στιγμή, επάρατη, κουβάλησα σαν φταίχτρα.
Τυλίγομαι και κρύβομαι να μην με ξαναδώ.
Κι αφού, δεν φτάνω την ζωή και είμαι σαν την πέτρα,
γίνομαι φλόγα πορφυρή και καίω το εγώ!

Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011

Βότσαλο

Πήρα χαρτί και Ψυχή να γράψω,
μα δεν ξέρω αν πρέπει να κλάψω
που το χέρι δεν κουνιέται.
Έτσι, βάζω άπειρες Τελίτσες……………………..
που μεταλλάσσονται σε Άπειρο Ψυχής
Και μου αφήνουν Χώρο,
Σε σκέψεις λίμνες.

«Ένα βότσαλο στη λίμνη της ψυχής!»

Ο χρόνος έγινε άνεμος.
Η ώρα άπνοια.
Και τα πουλιά, πετούν Ψηλά
γιατί, παίρνουν την ζωή τους.. Ελαφρά...

Το φως χαϊδεύει τα μάτια.
Το πρόσωπο μου αισθάνεται ένα χάδι.
Περιπλανώμενη στην αιωνιότητα
άκουσα τη φωνή μου, να Αντανακλά
στους Μαγικούς Τοίχους της Καρδιάς…

«Ας είχε… Χώρο η ψυχή…
… να δραπετεύει…»

Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011

Πάλι εδώ ..


Εδώ …

Μέσα από τα δυο σκιερά σου μάτια
που έταξες ποτέ δεν θα πληγώσεις.
Εκεί όπου ψιθυριστά μου έλεγες το «έλα!»
Και έκλεβα την μισή πνοή σου για να αντέχω.
Ανάμεσα σε δυο σεντόνια λερωμένα
άφησα την στερνή μου ανάσα,
να σου κρατάει συντροφιά,
ποτέ να μην κρυώνεις.

Πάλι εδώ ..

Στα μελαγχολικά σου τα τραγούδια.
Στην σκληροτράχηλη φωνή του καραγκιόζη.
Στο μεγαλείο ενός κάλπικου σαρκίου.
Στα «πίστεψε με!» και στα «όχι!»
Στον σαρακοφαγωμένο ύπνο μιας λήθης,
σε μια στερνή μου ανάσα φωνάζοντας σου «έλα!»
Για σάβανο εσύ μου φόρεσες συγνώμη
κι εγώ, γονατιστή να σε νεκροφιλώ παραδομένη….


Οτιδήποτε μοιράζεις στην ζωή σου, επιστρέφεται.
Γι αυτό πρόσεξε τι μοιράζεις.